Γιατί …άργησε το ελληνικό #MeToo και πώς αυτό συνδέεται με την ευρύτερη συζήτηση για την ισότητα των φύλων, που παραμένει ζητούμενο στις περισσότερες σύγχρονες κοινωνίες; Πώς η πανδημία επηρεάζει την υπόθεση της ισότητας και τι ρόλο παίζει ο σεξιστικός λόγος και οι υφέρπουσες προκαταλήψεις στην επίτευξή της; Απαντήσεις σ’ αυτά και άλλα ερωτήματα σε σχέση με την ισότητα των φύλων σε Ελλάδα και Ηνωμένες Πολιτείες και το κίνημα #MeToo, που βρίσκεται στην επικαιρότητα, δίνουν στο Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων η καθηγήτρια της Νομικής Σχολής στο Πανεπιστήμιο Georgetown των ΗΠΑ, Φιλομήλα Τσουκαλά, και η δικηγόρος Καλυψώ Γούλα, με αφορμή τη συμμετοχή τους σε εκδήλωση που διοργάνωσε πρόσφατα το Γενικό Προξενείο των ΗΠΑ στη Θεσσαλονίκη για την ισότητα των φύλων σε Ηνωμένες Πολιτείες και Ελλάδα.

Μεγαλωμένη σ’ ένα οικογενειακό περιβάλλον όπου, όπως τονίζει, «η ισότητα ήταν αυτονόητη» κι έχοντας καταφέρει να εδραιωθεί σ’ ένα έντονα ανταγωνιστικό επάγγελμα όπως η δικηγορία, η Καλυψώ Γούλα συμμετείχε ισότιμα στο σχήμα της διοίκησης στον Δήμο Θεσσαλονίκης από το 2011 έως το 2019, ενώ υπήρξε και η πρώτη γυναίκα πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου Θεσσαλονίκης. Ωστόσο, όπως λέει, η θέση της γυναίκας στην κοινωνία δεν είναι αυτονόητη.

«Όταν εκλέχθηκα το 2017, πρώτη γυναίκα πρόεδρος στο δημοτικό συμβούλιο Θεσσαλονίκης, αναρωτήθηκα γιατί μας πήρε τόσο καιρό να εκλέξουμε γυναίκα πρόεδρο στην πόλη αυτή, με όλη της τη δυναμική. Και φυσικά δεν έχουμε ακόμα εκλέξει γυναίκα Δήμαρχο», τονίζει η κ. Γούλα, επισημαίνοντας πως στην Ελλάδα, «τόσο στην κεντρική πολιτική σκηνή όσο και στο επίπεδο της αυτοδιοίκησης, πρώτου και δεύτερου βαθμού, οι γυναίκες υπο-εκπροσωπούνται».

«Η συμμετοχή των γυναικών», τονίζει, «δεν μπορεί να γίνεται στη λογική της ποσόστωσης και “ ας βάλουμε κάποιες γυναίκες να κλείσουμε το ψηφοδέλτιο”. Αυτό δεν τιμά τις συμμετέχουσες ούτε φυσικά και την πολιτική ομάδα στην οποία συμμετέχουν. Απαιτείται βούληση των κομμάτων, των παρατάξεων σε τοπικό αλλά και σε εθνικό επίπεδο, να αποτελεί αυτονόητο η στελέχωση των ψηφοδελτίων με γυναικεία παρουσία και μάλιστα από ευρύ μορφωτικό και επαγγελματικό φάσμα».

Από την πλευρά της, η Φιλομήλα Τσουκαλά επισημαίνει ότι η καλύτερη αντιπροσώπευση των γυναικών στην πολιτική σκηνή των ΗΠΑ συναντά πολλά εμπόδια και μόλις τέσσερις ευρωπαϊκές χώρες (Κροατία, Ελλάδα, Λετονία και Ουγγαρία) είναι σε χειρότερη θέση. «Οι γυναίκες υποψήφιες δεν χάνουν περισσότερο από τους άνδρες. Χάνουν και κερδίζουν με την ίδια συχνότητα, αλλά βάζουν υποψηφιότητα πολύ λιγότερο από τους άνδρες. Για ποιον λόγο; Κάποιοι λόγοι έχουν να κάνουν με δομικά στοιχεία, όπως σεξισμός, έλλειψη υποστήριξης για τη φροντίδα παιδιών και ηλικιωμένων […] Μάλιστα, πολλές γυναίκες θεωρούν τους εαυτούς τους ακατάλληλους για υποψηφιότητα ακόμα και όταν έχουν ακριβώς το ίδιο βιογραφικό με άνδρες υποψηφίους», εξηγεί.

Εκτιμά, δε, πως το να τεθούν στόχοι αριθμητικής αντιπροσώπευσης στα αρχικά ψηφοδέλτια από τα κόμματα είναι μία καλή αρχή, αλλά όχι πανάκεια.

Το ζητούμενο της ισότητας (και) εν μέσω πανδημίας

Οι συνθήκες πανδημίας μέσα στις οποίες ζει ο πλανήτης εδώ και πάνω από έναν χρόνο έχουν επιβαρύνει την καθημερινότητα των γυναικών, κατά κοινή ομολογία. Η κ. Τσουκαλά παραδέχεται ότι «η εργασία από το σπίτι δημιουργεί την απαίτηση διαθεσιμότητας 24/7» κι εκφράζει φόβους πως «αν αυτό συνεχιστεί, οι οικονομικές πιέσεις απλώς θα μας επιστρέψουν στην πεπατημένη, η οποία εν πολλοίς καθορίζεται από υπάρχουσες έμφυλες ανισότητες, δηλαδή οι άνδρες στη δουλειά και οι γυναίκες στη διπλή δουλειά!».

Ωστόσο, καταθέτει στη συζήτηση και μια πιο αισιόδοξη άποψη. «Η κρίση θα φέρει και κάποια θετικά στοιχεία, όπως η αυξημένη διαλλακτικότητα στην εργασία από το σπίτι που ίσως θα επιτρέψει σε περισσότερες γυναίκες να παραμείνουν στην αγορά εργασίας, ακόμα και με μικρά παιδιά», αναφέρει, υπογραμμίζοντας πως «η κρίση θα μπορούσε να γίνει ευκαιρία αν υπάρξει πολιτική κινητοποίηση και πίεση προς τις κατάλληλες κατευθύνσεις».

«Η πανδημία έχει επιβαρύνει επαγγελματικά περισσότερο τις γυναίκες και έχει επιδεινώσει τις υφιστάμενες ανισότητες μεταξύ γυναικών και ανδρών σε Ελλάδα και Ευρώπη. Στην Ευρώπη, το 76% των εργαζομένων στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης και της κοινωνικής μέριμνας είναι γυναίκες, ενώ οι γυναίκες υποεκπροσωπούνται σε τομείς που πλήττονται περισσότερο από την κρίση», επισημαίνει, από την πλευρά της, η κ. Γούλα.

Σύμφωνα με την ίδια, «η επόμενη ημέρα απαιτεί περισσότερη δουλειά, κινήσεις ενεργούς πολιτικής εκ μέρους των κυβερνήσεων για να μην υπάρξει πισωγύρισμα στα όσα έχουν αποκτηθεί με κόπο. Χρειάζονται κίνητρα οικονομικά, διευκολύνσεις και μέτρα για την ενίσχυση σε επίπεδο μισθών και ισορρόπησης».

Σεξιστικός λόγος και υφέρπουσες προκαταλήψεις

Όταν τον Μάιο του 2018 ο τότε δήμαρχος Θεσσαλονίκης Γιάννης Μπουτάρης δεχόταν άγρια επίθεση ενώ προσερχόταν σε εκδήλωση για την επέτειο της Γενοκτονίας των Ποντίων, η Καλυψώ Γούλα μπήκε μπροστά του για να τον προστατεύσει και πολλοί ήταν αυτοί που επικρότησαν τη στάση της, ωστόσο ο λόγος τους ήταν διανθισμένος από έμφυλα στερεότυπα. «Όταν επιτέθηκαν στον δήμαρχο Μπουτάρη και ήμουν εκεί, χαρακτήρισαν τη στάση μου αντρική, ότι ήμουν πιο άντρας από άλλους που βρίσκονταν στο περιστατικό και μπήκα μπροστά για να τον προστατέψω, φράσεις που ειπώθηκαν και από γυναίκες», θυμάται η κ. Γούλα, αποδίδοντας τις εκφράσεις αυτές στις πεποιθήσεις που είναι βαθιά ριζωμένες στην πατριαρχική κοινωνία που ζούμε.

«Αντίστοιχα, ακούμε συχνά στερεοτυπικές φράσεις ακόμα και από γυναίκες, του τύπου “ προκάλεσε η ίδια”, “ κοιμήθηκε με το αφεντικό” και άλλα τέτοια απίστευτα. Η παρέμβασή μας και η απομάκρυνση αυτών των χυδαίων και επικίνδυνων στερεοτύπων πρέπει να είναι ακαριαία», υπογραμμίζει.

«Ο σεξιστικός λόγος και η αποδοχή του σε μια κοινωνία είναι συνθήκη που δημιουργεί ένα περιβάλλον επιδεκτικό σε σεξουαλική παρενόχληση και βία», σημειώνει, από την πλευρά της, η κ. Τσουκαλά και προσθέτει πως «στις ΗΠΑ αλλά και σε πολλά ευρωπαϊκά συστήματα, η απουσία λεκτικού όχι και σωματικής αντίστασης σε απόπειρα βιασμού οδηγούσε συχνά στην αθώωση παρά το γεγονός ότι το λεγόμενο πάγωμα είναι τυπική ψυχολογική αντίδραση σε ανάλογη επίθεση».

Όσο για τις ασυνείδητες ιδέες ή εικόνες συνδεδεμένες με τις έμφυλες ταυτότητες, φέρνει το εξής χαρακτηριστικό παράδειγμα: «Δίνεις ακριβώς το ίδιο βιογραφικό σε κάποιον φανταστικό εργοδότη και τού ζητάς να σού πει αν θα καλέσει σε συνέντευξη τον υποψήφιο. Η μόνη διαφορά είναι το όνομα. Στη μία ομάδα εργοδοτών, ο υποψήφιος εμφανίζεται ως άνδρας, στην άλλη ως γυναίκα. Το ίδιο βιογραφικό με ανδρικό όνομα λαμβάνει πολύ περισσότερες προσκλήσεις σε συνεντεύξεις απ’ ό,τι το γυναικείο».

Το ελληνικό #MeToo

Το κίνημα #MeToo ξεκίνησε στις ΗΠΑ αρκετά χρόνια πριν αλλά μόλις πρόσφατα και με αφορμή τις καταγγελίες της Ελληνίδας Ολυμπιονίκη Σοφίας Μπεκατώρου άνοιξε η σχετική συζήτηση στην Ελλάδα, φέρνοντας μάλιστα στο προσκήνιο διάφορες πτυχές της.

«Με το κίνημα #MeToo οι γυναίκες τόλμησαν να μιλήσουν για τη σεξουαλική επίθεση που δέχθηκαν, κάτι που δεν έκαναν μέχρι τότε, έχοντας την ιδέα ότι ήταν οι ίδιες ένοχες. Σήμερα, οι ατομικές εμπειρίες γίνονται μια συλλογική εμπειρία», λέει η κ. Γούλα, υπογραμμίζοντας πως «όλα ξεκίνησαν από τη Σοφία Μπεκατώρου, από ένα πρόσωπο γνωστό στον κόσμο, και το σπάσιμο της σιωπής είχε συνέπειες σε όλη την Ελλάδα, λόγω αυτών της των χαρακτηριστικών. Και μετά άνοιξε το κουτί της Πανδώρας και σε άλλους χώρους».

«Τα στερεότυπα και οι πατριαρχικές νοοτροπίες, κάλυπταν επί χρόνια κακοποιητικές συμπεριφορές, σωματικά ή ψυχικά, με θύματα κυρίως γυναίκες», σημειώνει η κ. Γούλα, επισημαίνοντας πως ακόμη και σήμερα «ζούμε σε μια κοινωνία που ακόμα είναι δύσκολο για το θύμα να μπορέσει να μιλήσει, φοβούμενο το κοινωνικό στίγμα, την εκδικητική συμπεριφορά του εργοδότη, ακόμα και πώς θα υπερασπισθεί την υπόθεση στο Δικαστήριο». Χαρακτηρίζει, δε, «πολύ σημαντική τη στήριξη που εκδηλώθηκε από όλο το φάσμα της πολιτικής σκηνής στη χώρα μας για την ταχύτητα με την οποία εκδηλώνεται το κίνημα».

Το «σπάσιμο της σιωπής» θεωρεί μία από τις μεγαλύτερες συμβολές του #MeToo και η Φιλομήλα Τσουκαλά. «Κοινωνίες με υψηλό βαθμό ανοχής στη σεξουαλική παρενόχληση είναι κοινωνίες που περιορίζουν την ελευθερία των γυναικών, όχι μόνο τη σεξουαλική ελευθερία, αλλά και την ελευθερία κίνησης, εκπαίδευσης, ελεύθερης επιλογής επαγγέλματος κλπ», τονίζει.

Σε ό,τι αφορά τις προσδοκίες της από το ελληνικό #MeToo, εκφράζει την ελπίδα ότι θα ακουστούν πολλές φωνές γυναικείες που θα αλλάξουν τον περιρρέοντα διάχυτο σεξισμό ως καθημερινή συνθήκη ζωής, ενώ φέρνει και ως παράδειγμα προσωπικά βιώματα: «Μεγάλωσα σε μια εποχή όπου από μικρό κορίτσι ήξερα ότι υπάρχουν μαγαζιά στα οποία δεν μπαίνουμε επειδή οι μαγαζάτορες έχουν “ μακριά χέρια”. Στο δημοτικό έμαθα από αγαπημένους, κατά τ’ άλλα, δασκάλους ότι το μυαλό των γυναικών δεν είναι όσο γερό των ανδρών στα μαθηματικά, αλλά και ότι ακόμα και στη λογοτεχνία υστερούν όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι δεν υπάρχουν τόσες γυναίκες λογοτέχνες όσο άνδρες…».

Κλείνοντας, δε, μας καλεί να αναλογιστούμε «πόση δημιουργική ενέργεια θα μπορούσαν να αφιερώνουν οι γυναίκες στο να επιδιώκουν τα όνειρά τους χωρίς να χρειάζεται να πληρώνουν καθημερινό φόρο σεξισμού».

Σοφία Παπαδοπούλου

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here